Κόσμος
Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ: ο επιδημιολόγος που έφερε τη μουσουλμανική ταυτότητα στο κέντρο της κάλπης
Η κούρσα του Δημοκρατικού για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν έφερε στο προσκήνιο τα όρια της αντιμετώπισης των μουσουλμάνων υποψηφίων και τη διαπάλη για την κατεύθυνση του κόμματος.
Ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ, 41 ετών, επιδημιολόγος, ήταν ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν απέναντι στον Ρεπουμπλικάνο Μάικ Ρότζερς. Η αναμέτρηση δεν αφορούσε μόνο ποια παράταξη θα κερδίσει μια έδρα· έθετε ταυτόχρονα το ερώτημα αν η χώρα θα αποκτούσε τον πρώτο Μουσουλμάνο γερουσιαστή της ιστορίας της. Η απάντηση κρίθηκε σε μια εκστρατεία που σημαδεύτηκε από επιθέσεις με θρησκευτικό πρόσημο.
Οι «New York Times» είχαν περιγράψει τη συγκεκριμένη κούρσα ως «την πιο σημαντική» των εκλογών, με τον ΜεΣέιν Γκόλντμαχερ να σημειώνει ότι αποκάλυψε ρήγματα γύρω από τη θρησκεία, τη φυλή, τον πληθωρισμό και τους δασμούς, ενώ θα μπορούσε να κρίνει και τον έλεγχο της Γερουσίας. Πάνω από όλα, όμως, εκτιμούσε ότι θα προσδιόριζε τους όρους της ιδεολογικής συζήτησης στους Δημοκρατικούς ενόψει μιας από τις πιο ανοιχτές προεδρικές αναμετρήσεις στην ιστορία του κόμματος.
Στο μεταξύ, ο Ελ Σαγιέντ είδε την πίστη του να χρησιμοποιείται εναντίον του. Από στελέχη και ψηφοφόρους των Ρεπουμπλικάνων, με πρώτο τον Ντόναλντ Τραμπ, ακούστηκαν χαρακτηρισμοί όπως «αντιαμερικανός», «τζιχαντιστής» ή «υποστηρικτής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας», με την μουσουλμανική του ιδιότητα να παρουσιάζεται ως ασύμβατη με την αμερικανική ταυτότητα. Η στάση αυτή, όπως σημειωνόταν, φανέρωσε πως ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής σκηνής αντιλαμβάνεται τα δημόσια αξιώματα ως προνόμιο των λευκών χριστιανών.
Ο ίδιος επέλεξε διαφορετική γραμμή από την προσωπική αντεπίθεση. Απέναντι στις αμφισβητήσεις για την «αμερικανικότητά» του, παρότι γεννήθηκε στις ΗΠΑ, αντέτεινε το Σύνταγμα: υποστήριζε ότι τίποτα δεν είναι πιο αμερικανικό από το κείμενό του, η Πρώτη Τροπολογία του οποίου κατοχυρώνει την ανεξιθρησκία και απαγορεύει στο Κογκρέσο να θεσπίσει επίσημη κρατική θρησκεία.
Παράλληλα, επανέφερε τη συζήτηση στα πολιτικά ζητήματα. Το βασικό του σύνθημα συνοψιζόταν στην απομάκρυνση του χρήματος από την πολιτική, στην ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών και στη θέσπιση του «Medicare για Όλους». Σχολιάζοντας τις επιθέσεις που δεχόταν, έλεγε ότι το μίσος και η μισαλλοδοξία λειτουργούν ως εργαλεία απόσπασης της προσοχής, αφού ο αντίπαλος δεν είχε, όπως τόνιζε, σχέδιο για το κόστος διαβίωσης ούτε για να αντιμετωπίσει τον Τραμπ.
Στα επιμέρους ζητήματα, ο Ελ Σαγιέντ έχει ασκήσει κριτική στις πρακτικές του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων και στη στήριξη που τους παρείχαν ο Τραμπ και νωρίτερα ο Μπάιντεν. Αντιτίθεται στον πόλεμο με το Ιράν, τάσσεται υπέρ του περιορισμού των data centers και υπερασπίζεται το δικαίωμα των γυναικών στην έκτρωση.
Η σχέση του με την αριστερή πτέρυγα του κόμματος ήταν ιδιόμορφη. Στηρίχθηκε από τη σοσιαλιστική τάση και υπερασπίζεται κοινωνικές πολιτικές, αρνείται ωστόσο τον χαρακτηρισμό του σοσιαλιστή: «είμαι καπιταλιστής», δήλωνε, διευκρινίζοντας πως γνωρίζει πώς λειτουργεί το σύστημα. Το γεγονός ότι έλαβε το χρίσμα για τη Γερουσία ερμηνεύτηκε ως ένδειξη ότι η προσπάθεια της αριστερής πτέρυγας να μετατοπίσει το κόμμα κερδίζει έδαφος. Το 2018, άλλωστε, είχε χάσει τις εσωκομματικές εκλογές για την υποψηφιότητα του κυβερνήτη στο Μίσιγκαν από την κεντρώα Γκρέτσεν Γούιτμερ.
Αυτή τη φορά επικράτησε οριακά της επίσης προερχόμενης από τη δεξιά πτέρυγα των Δημοκρατικών Χέιλι Στίβενς, ενώ στην προεκλογική του συγκέντρωση το περασμένο Σάββατο είχε τη στήριξη του πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.
Πηγή: Documento